Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

"Πρώτη Ανάγνωση και Γραφή", άρθρο της Κας Ιωάννας Ηλ. Κωσταρά, Νηπιαγωγού - Βρεφονηπιοκόμου

         Πρώτη Ανάγνωση και Γραφή
Ιωάννα Ηλ. Κωσταρά
ioakostara@gmail.com

Νηπιαγωγός –Βρεφονηπιοκόμος



Περίληψη: Η γλώσσα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επικοινωνία και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και είναι το μέσο που καθοδηγεί τις νοητικές και κινητικές ενέργειές τους. Στόχος του άρθρου και πρωταρχικό καθήκον του εκπαιδευτικού είναι η καλλιέργεια του προφορικού και γραπτού λόγου που αποτελούν τις δυο μορφές γλωσσικής ικανότητας. Η παιδαγωγική σημασία της εικόνας, για την εξέλιξη του προφορικού λόγου, είναι μεγάλη, αφού η «ανάγνωσή» της, παίρνει τη μορφή προφορικής περιγραφής, σχολιασμού και συζήτησης. Η καλλιέργεια του προφορικού λόγου προκαλεί την ανάγνωση, για τη διεκπεραίωση της οποίας απαιτούνται οι γνωστικές λειτουργίες της αποκωδικοποίησης και της κατανόησης. Η απόκτηση της ανάγνωσης εξελίσσεται σταδιακά και το παιδί σε κάθε στάδιο κατανοεί διαφορετικά τον προφορικό λόγο. Η γραφή δε ξεκινά με πραγματικά γράμματα αλλά συνδέεται με εικονιστικές ή άλλες ιδιότητες. Ο ρόλος της προσχολικής εκπαίδευσης είναι να τοποθετήσει τις βάσεις για την προετοιμασία των νηπίων, γνωστικά και ψυχολογικά, σε θέματα γραμματισμού, για την ομαλή μετάβασή τους στο δημοτικό σχολείο.
Λέξεις κλειδιά: γλώσσα, ανάγνωση, γραφή, εικόνες.



Εισαγωγή 

 Η γλώσσα είναι το μέσο που καθοδηγεί τις νοητικές και κινητικές ενέργειες του ανθρώπου και πρωταγωνιστεί στην επικοινωνία και τις σχέσεις μεταξύ αυτών. Με τη γλώσσα επικοινωνούμε, ενημερώνουμε, παραπονιόμαστε, κάνουμε αστεία, με λίγα λόγια, ρυθμίζουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους.

Γι’ αυτό η καλλιέργειά της καθίσταται απαραίτητη από μικρή ηλικία. Τα παιδιά αποκτούν αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη, αισιοδοξία και διαμορφώνουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα όταν από νωρίς ασκούνται στη χρήση του προφορικού λόγου. Μαθαίνουν να επικοινωνούν και να εκφράζονται σωστά, να καλλιεργούν τη μητρική τους γλώσσα και ανακαλύπτουν τη χαρά της ωραίας ομιλίας. Οι ενήλικες λειτουργούν ως πρότυπα, αλλά τόσο η επιθυμία των παιδιών να επικοινωνήσουν όσο και η νευρολογική τους ωριμότητα, ενισχύουν σημαντικά την ταχεία ανάπτυξη της γλωσσικής τους ικανότητας. Το να δίνουμε στα παιδιά την ευκαιρία να μιλάνε, να ακούνε άλλα παιδιά και να επεκτείνουν τον λόγο τους, βοηθώντας τα με το να συμπληρώνουμε κάποιες προτάσεις ώστε να ενθαρρύνεται η χρήση πιο επεξεργασμένου λόγου, είναι οι βασικότεροι τρόποι υποβοήθησης των παιδιών για σωστή χρήση της γλώσσας.

Προφορικός και γραπτός λόγος
Τις δυο μορφές γλωσσικής ικανότητας, διαδικασίας και δραστηριότητας, αποτελούν ο προφορικός λόγος (ομιλία και ακρόαση) και ο γραπτός (ανάγνωση και γραφή). Η σημασία του προφορικού λόγου για την ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή είναι τεράστια. Η ανάπτυξη του προφορικού λόγου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση δεξιότητας της ανάγνωσης, αφού η κατανόηση των εννοιών στηρίζεται στην προφορική έκφραση. Από τις μορφές προφορικής επικοινωνίας (μονολογική, διαλογική, συζήτηση, δραματοποίηση),η αποτελεσματικότερη για τη γλωσσική και πνευματική προαγωγή των παιδιών είναι η συζήτηση. Τα παιδιά πρέπει να ασκηθούν ως ομιλητές να σέβονται το χρόνο, τη καλή προαίρεση, την αντοχή και την ανοχή των άλλων, ως ακροατές να σέβονται τον ομιλητή, παρακολουθώντας τον με προσοχή και ευγένεια και περιμένοντας με υπομονή τη σειρά τους και γενικά, ως συζητητές να είναι εποικοδομητικοί στις απόψεις τους.

Η καλλιέργεια του προφορικού λόγου είναι πρωταρχικό καθήκον του εκπαιδευτικού. Βελτιώνεται με δραστηριότητες όπως δραματοποίηση, αφήγηση παραμυθιών, κουκλοθέατρο κ.τ.λ.).

Τα παιδιά μέσα από τις δραστηριότητες αυτές ενθαρρύνονται:
  • να διηγούνται, να αφηγούνται τηρώντας τη διαδοχική σειρά των γεγονότων, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως πρώτα, μετά, ύστερα κ.ά,
  • να παρατηρούν, να περιγράφουν γεγονότα, αντικείμενα, προσωπικές εμπειρίες καθώς επίσης παροτρύνονται να εξηγούν τις προτιμήσεις και τις επιλογές τους, 
  • να απομνημονεύουν και να απαγγέλουν ποιήματα.
Οι προφορικές γλωσσικές ικανότητες αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη των ικανοτήτων της ανάγνωσης και της γραφής. Παιδιά που προέρχονται από περιβάλλοντα πλούσια σε προφορική επικοινωνία, έχουν αναπτύξει μεγάλη ποικιλία προφορικής γλώσσας που είναι αποφασιστικός προάγγελος στην ανάπτυξη του αλφαβητισμού. Τα περισσότερα παιδιά, όταν έρχονται στο Νηπιαγωγείο, έχουν ήδη κατακτήσει τον προφορικό λόγο με απόλυτα φυσικό τρόπο, στο πλαίσιο της επικοινωνίας που αναπτύσσουν με το περιβάλλον τους και είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά, να αναπτύσσουν διαπροσωπικές σχέσεις, να εκφράζουν με τον προφορικό λόγο τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματά τους, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα στην οικογένεια, το ευρύτερο περιβάλλον καθώς και το παιχνίδι.

Ουσιαστική είναι η συμβολή του παιχνιδιού στην εξέλιξη της γλωσσικής ικανότητας αφού δίνει την ευκαιρία στα παιδιά να προσεγγίσουν τις μορφές που παίρνει ο προφορικός λόγος σε διαφορετικές καταστάσεις επικοινωνίας.

Σύμφωνα με τον Chomsky, θεωρούμε τον προφορικό λόγο των παιδιών όχι απλή επανάληψη ή απομίμηση του κώδικα των ενηλίκων αλλά αληθινές δημιουργίες που προάγουν τα παιδιά με βάση αυτό που η L. Lantin ονομάζει «σχήματα δημιουργίας», τα οποία συγχρόνως καλύπτουν τη γενικεύουσα αφομοίωση και τη πρωτοτυπία του λόγου. Προκειμένου να μάθουμε στο παιδί να εκφράζεται σωστά με την ομιλία, δεν είναι αρκετό «να του μιλάμε εμείς ή να αφήνουμε εκείνο να μιλάει. Είναι εξίσου αναγκαίο και απαραίτητο να το ενθαρρύνουμε να μιλάει».


Η συμβολή της εικόνας στην παραγωγή του λόγου

Η Ψυχο-γλωσσολόγος L. Lantin προτείνει «να αρχίζουμε με τις εικόνες» για να φτάσουμε στην παραγωγή του λόγου και τη χαρά της δημιουργίας. Η παιδαγωγική σημασία της εικόνας είναι αναντίρρητη, αφού σύμφωνα με την R. Galisson:
  • υποκινεί το ενδιαφέρον του παιδιού,
  • διεγείρει, τροφοδοτεί και στηρίζει τη συζήτηση μέσα από τον προφορικό λόγο, και τέλος,
  • αποσαφηνίζει άγνωστους ως τώρα όρους.
Οι εικόνες διεγείρουν την έφεση του παιδιού για ανακάλυψη και εξελίσσουν τη δημιουργικότητά του. Η «ανάγνωση» των εικόνων παίρνει τη μορφή προφορικής περιγραφής, του σχολιασμού και της συζήτησης. Με τις εικόνες :
  • λύνεται η γλώσσα του παιδιού, καθώς μεταφέρεται νοερά στο χώρο και το χρόνο της και τη περιγράφει με τις αισθήσεις του,
  • ενεργοποιείται ο γλωσσικός του μηχανισμός και, 
  • έρχεται στην επιφάνεια το γλωσσικό τους απόθεμα.
Κατά καιρούς έχει ειπωθεί ότι η γλώσσα πρώτα μιλιέται και μετά γράφεται. Η καλλιέργεια του προφορικού λόγου πρέπει να προηγηθεί και να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία αυτό θα στηρίξει τους μηχανισμούς της. Το να μάθει το παιδί να μιλάει σημαίνει ότι αισθάνεται χαρά που μιλάει, νιώθει ένα είδος φυσικής και πηγαίας ανάγκης για αυτό. Η εμπειρία της ομιλίας βοηθά, στηρίζει και προκαλεί την ανάγνωση. Η κατάκτηση της λειτουργίας της ανάγνωσης αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία, η οποία σχετίζεται με την ωριμότητα του παιδιού(να έχει τα αισθητήρια όργανα της όρασης και της ακοής, να μιλάει αρκετά καλά, να προσανατολίζονται εύκολα στο χώρο να παρουσιάζουν συγκινησιακή σταθερότητα και προσοχή, να χειρίζονται τα σύμβολα με ευκολία) , τις προσωπικές του εμπειρίες και τις επιδράσεις που δέχεται από το περιβάλλον του. Είναι γενικά παραδεκτό, ότι η ικανότητα για ανάγνωση παρουσιάζεται γύρω στα έξι χρόνια και μισό.

Η ικανότητα της ανάγνωσης είναι η ικανότητα ερμηνείας του κόσμου μέσω του έντυπου υλικού. Είναι μια εποικοδομητική διαδικασία, ένα σύνθετο σχήμα συντονισμένων δεξιοτήτων και γνώσης. Με την ανάγνωση παρατηρείται μια διανοητική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο, ή τον αναγνώστη και τον συγγραφέα του κειμένου. Η αλληλεπίδραση αυτή και ο τρόπος που προσεγγίζεται το περιεχόμενο ενός πεζού κειμένου πραγματοποιούνται μέσα από τις «νοητικές εικόνες». Οι εικόνες εμφανίζονται και είναι φυσικές, παρούσες και λειτουργικές στην ανάγνωση διαφόρων κειμένων. Η νοητική απεικόνιση είναι η ικανότητα να παράγουμε εικόνες με το «μάτι του μυαλού», μια μορφή οπτικής αντιπροσώπευσης με οπτικές, ακουστικές και κιναισθητικές ιδιότητες και μια στρατηγική που χρησιμοποιείται για να σχηματίζει ο αναγνώστης σχέσεις με στόχο τη μάθηση και την άσκηση επίλυσης προβλημάτων. Οι νοητικές εικόνες «ζωντανεύουν» το κείμενο στη φαντασία του αναγνώστη και παρέχουν ένα μέσο για την αλληλεπίδραση αναγνώστη- κειμένου. Με την ανάγνωση γίνεται μια επεξεργασία πληροφοριών που συνθέτουν τον γραπτό λόγο. Ο αναγνώστης καταφέρνει να συνδυάσει πληροφορίες που παρέχονται από το κείμενο, με τις προϋπάρχουσες γνώσεις του και παράγει μια ερμηνεία.

Για την ολοκληρωμένη διεκπεραίωση της ανάγνωσης απαιτούνται δύο βασικές, ανεξάρτητες και αλληλοσχετιζόμενες γνωστικές λειτουργίες:
  • η αποκωδικοποίηση (περιλαμβάνει την αναγνώριση γραπτών οπτικών συμβόλων που αποτελούν τον γραπτό κώδικα και τη μετάφρασή τους σε φωνολογικές παραστάσεις) και,
  • η κατανόηση (όταν το παιδί γνωρίζει από τον προφορικό λόγο τη σημασία μιας λέξης και αποκωδικοποιεί τη γραπτή λέξη, τότε γίνεται κατανοητή και η σημασία της).

Η ανάγνωση και η γραφή στο Νηπιαγωγείο
Η απόκτηση της ανάγνωσης εξελίσσεται σταδιακά και το παιδί σε κάθε στάδιο κατανοεί τον προφορικό λόγο διαφορετικά:
  • προαναγνωστικό στάδιο (προσχολική ηλικία). Τα παιδιά προσπαθούν να κατακτήσουν το επίπεδο της φωνολογικής επίγνωσης,
  • στάδιο θεμελιακής ανάγνωσης (το παιδί μαθαίνει τα γράμματα και τους αντίστοιχους φθόγγους, αναπτύσσεται η λογογραφική διαδικασία διεκπεραίωσης της ανάγνωσης και αναπτύσσεται η αλφαβητική διαδικασία), 
  • στάδιο ορθογραφικής ανάγνωσης (αποκωδικοποιεί τα γράμματα της λέξης και προσδίδει σε αυτά τη φωνολογική τους ταυτότητα), 
  • στάδιο μορφογραφικής ανάγνωσης (ο αναγνώστης διαβάζει αξιοποιώντας τα δομημένα ορθογραφικά σύνολα της γλώσσας που αντιστοιχούν σε σημασιολογικές μονάδες από τις οποίες συγκροτείται η γλώσσα).

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουν για να μάθουν να διαβάζουν είναι να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχει ένα είδος αντιστοιχίας ανάμεσα στα σημάδια πάνω στην τυπωμένη σελίδα και στη γλώσσα που μιλάνε. Όταν αντιληφθούν ότι κάθε λέξη αναπαριστάται με ένα σύνολο γραφικών σημείων πρέπει εν συνεχεία να κατανοήσουν τους πραγματικούς κανόνες της αντιστοιχίας αυτής. Να κατανοήσει ότι τα γράμματα αντιστοιχούν στους ήχους που σχηματίζουν τις λέξεις. Να μάθουν όλους τους κανόνες γράμματος –ήχου(αποκωδικοποίηση) και καθώς τους εφαρμόζουν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση του προφορικού λόγου για να βγάλουν ένα νόημα από το κείμενο ως σύνολο (κωδικοποίηση). Για να μάθουν αυτές τις αντιστοιχίες πρέπει να μάθουν να αναλύουν τους ήχους, να «ακούνε τα φωνήματα» ακριβώς όπως πρέπει να μάθουν «να βλέπουν τα γράμματα». Μαθαίνουν να διαβάζουν τις λέξεις αποκωδικοποιώντας τα γράμματα που τα συνθέτουν.

Τα παιδιά μυούνται στην ανάγνωση ακούγοντας τους ενήλικες να τους διαβάζουν. Αν τους διαβάζουμε αρκετά, συμμετέχουν στη διαδικασία της ανάγνωσης βιβλίων, κατανοώντας τι είναι η γλώσσα των βιβλίων, τι είναι ο γραπτός λόγος, προτού να είναι ικανά να διαβάσουν μόνα τους. Όταν διαβάζουν συχνά βιβλία, αναπτύσσουν συμπεριφορές που συνδέονται με τον πρώιμο εγγραμματισμό , γνωρίζουν πώς να κρατούν το βιβλίο, αναγνωρίζουν το εξώφυλλο, το τυπωμένο μέρος που διαβάζεται καθώς επίσης και ποια είναι η κατάλληλη φορά ανάγνωσης. Όταν διαβάζουν, χρησιμοποιούν τις αντιλήψεις που έχουν διαμορφώσει για τη δομή της γλώσσας και τις πληροφορίες που ήδη κατέχουν σχετικά με το θέμα του κειμένου. Έτσι, ταυτίζουν λέξεις με μεγαλύτερη άνεση και κατανοούν τη σημασία του κειμένου, κάτι που επιτυγχάνεται με την απλή, γράμμα προς γράμμα κωδικοποίηση των λέξεων του κειμένου.

Τα παιδιά όταν έρχονται σε επαφή με τα βιβλία, αναγνωρίζουν τις βασικές εκδοχές του γραπτού λόγου και συνειδητοποιούν ότι οι διαφορετικές εκδοχές μεταφέρουν μηνύματα. Πριν την ανάγνωση ενός βιβλίου, επισημαίνεται από τον εκπαιδευτικό ότι στο εξώφυλλο είναι γραμμένα σημαντικά στοιχεία (όνομα συγγραφέα, εκδόσεις, τίτλος βιβλίου), ενθαρρύνονται να τα αναγνωρίσουν και να αντιλαμβάνονται τη σελιδαρίθμηση.

Ακόμη, τα παιδιά υιοθετούν τις βασικές συμβάσεις ανάγνωσης του αλφαβητικού συστήματος γραφής:
  • διαβάζουμε το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος,
  • από πάνω προς τα κάτω κάθε σελίδα, 
  • από δεξιά προς αριστερά κάθε σελίδα.
Ο εκπαιδευτικός διαβάζει έχοντας στραμμένο τα βιβλίο στα παιδιά και δείχνοντας κάθε φορά με υο δάχτυλό του που ακριβώς διαβάζει. Έτσι, τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι αυτό που διαβάζεται δεν είναι η εικόνα αλλά το κείμενο. Ενθαρρύνονται να παρεμβαίνουν, κάνοντας υποθέσεις για τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας, ενώ τους αρέσει να ακούνε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία. Κατανοούν ότι υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο. Συνειδητοποιούν πως ό,τι λέμε, μπορούμε και να το γράψουμε.

Σε έναν κόσμο γεμάτο ευκαιρίες παρατήρησης και επαφής με τα γραπτά κείμενα δεν είναι δύσκολο να τοποθετηθούν οι βάσεις για την προετοιμασία των παιδιών για ανάγνωση. Άλλωστε, αυτός είναι ο ρόλος της προσχολικής εκπαίδευσης : η προετοιμασία των νηπίων, γνωστικά και ψυχολογικά, σε θέματα γραμματισμού για την ομαλή μετάβασή τους στο δημοτικό σχολείο. Η συστηματική διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής είναι έργο του δασκάλου.

Τα παιδιά ζουν σε κοινωνίες γραπτής επικοινωνίας και διαμορφώνουν από πολύ νωρίς υποθέσεις για το σύστημα γραφής, που είναι μέρος του περιβάλλοντός τους. Η γραφή δεν κυκλοφορεί μόνο στα έντυπα, αλλά και στην τηλεόραση, στις επιγραφές των καταστημάτων κ.ο.κ.

Ερχόμενα στο νηπιαγωγείο, ακόμα και στο θέμα της γραφής δεν έχουν τις ίδιες εμπειρίες. Σε κάποια παιδιά οι γονείς διαβάζουν παραμύθια ενώ σε άλλα όχι.

Όπως πολύ σωστά προαναφέρθηκε, για να μάθουν τα παιδιά με επιτυχία ανάγνωση και γραφή, πρέπει να έχουν κατακτήσει ένα επίπεδο νοητικής ωριμότητας.

Για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων γραφής και ανάγνωσης που προτείνονται στο Πρόγραμμα Σπουδών για το Νηπιαγωγείο, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον πλούσιο σε ερεθίσματα λειτουργικής ανάγνωσης (η ανάγνωση που γίνεται για να εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες).

Δραστηριότητες λειτουργικής ανάγνωσης είναι οι πίνακες αναφοράς, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μορφή κειμένου:
  • πίνακας αναφοράς με τα ονόματα των παιδιών,
  • πίνακας αναφοράς με τα καιρικά φαινόμενα, 
  • πίνακας αναφοράς με τα χρώματα, τα ζώα της αυλής, του δάσους και της θάλασσας, με τα αγαπημένα φαγητά των παιδιών, με τα δώρα των Χριστουγέννων κ.ο.κ.
Ουσιαστική συμβολή στη διαδικασία προετοιμασίας του παιδιού για το γραπτό λόγο έχει η βιβλιοθήκη. Τα βιβλία εκτός από την εξοικείωση του παιδιού με τη γραπτή γλώσσα, συμβάλλουν στην ανάπτυξη της φαντασίας του, στην ψυχική και λογοτεχνική του καλλιέργεια, στη ψυχαγωγία και τη μύησή του στην ομορφιά του γραπτού λόγου και στην απόλαυση που μπορεί να προσφέρει η ανάγνωση.

Η διαδικασία προετοιμασίας των παιδιών για τη γραφή έχει σαν στόχο:
  • να κατανοήσουν τη σημασία της γραφής ως μέσο επικοινωνίας, μεταφοράς μηνυμάτων και πληροφοριών,
  • να ενθαρρύνονται και να υποβοηθούνται στη προσπάθειά τους να κρατούν το μολύβι παίρνοντας τη σωστή στάση του σώματος, 
  • να συμβουλεύονται τον πίνακα αναφοράς με τα ονόματα για να διευκολύνονται στη γραφή τους. Ενθαρρύνονται να γράφουν όπως μπορούν, με την εκπαιδευτικό να αποδέχεται τα όποια λάθη κάνουν, αξιοποιώντας τα στη μαθησιακή διαδικασία.
Αρχικά τα παιδιά σχηματίζουν τα λεγόμενα πρωτόγονα γράμματα (γραφή που προσπαθεί να μοιάσει στην αληθινή), κατόπιν διαχωρίζουν τα γραμμικά σχήματα σε γράμματα και αριθμούς, γράφουν χωρίς να ασκούν έλεγχο στη διαδικασία αυτή και γράφουν με συγκεκριμένο τρόπο-με προσωπικούς κώδικες. Η γραφή δε νοείται ως αλληλένδετη και συμπληρωματική διαδικασία της ανάγνωσης, αλλά μια αυθόρμητη και αυτονόητη δραστηριότητα. Η ανάγνωση και η γραφή είναι αλληλένδετες στο τέρμα τους όχι όμως και στο ξεκίνημά τους. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να γράφουν προτού ακόμα θεωρηθούν ικανά να διαβάσουν. «Η γραφή δε ξεκινά με πραγματικά γράμματα αλλά ξεκινά με προθέσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά η Emilia Ferreiro, «τα πραγματικά γράμματα μπορεί να υπάρχουν, μπορεί και όχι». Τα παιδιά γράφουν προτού μάθουν τα γράμματα. Η γραφή των αντικειμένων συνδέεται με εικονιστικές ή άλλες ιδιότητες. Για να ξέρει ο εκπαιδευτικός τι ακριβώς γνωρίζουν σχετικά με τη γραφή του ονόματός τους, τους ζητά να το διαβάσουν δείχνοντας που διαβάζουν. Η γραφή είναι η απεικόνιση της σκέψης, η κωδικοποίηση του λόγου με γραφικά σύμβολα.


Αναφορές

Αναγνωστόπουλος, Β.Δ, (1998), Γλωσσικό Υλικό για το Νηπιαγωγείο, 3η έκδοση, Αθήνα: εκδ.Καστανιώτη.

Ανδρεάδης, Δ., Πρακτικός οδηγός της διδασκαλίας της πρώτης ανάγνωσης και γραφής , Αθήνα: Εκδ. Οίκος Δ. και Π. Δημητράκου.

Ανθούλιας, Τ., (1992), Πρώτη γραφή και ανάγνωση, Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράμματα.

Γάκου, Ε., (1998), Προαναγνωστικές δραστηριότητες, Αθήνα: εκδ. Καστανιώτη.

Cole, M., Cole, S.,R,(2001), Η ανάπτυξη των παιδιών, (Μτφρ. Σολμαν Μ.,), τόμος Β, Αθήνα: Τυπωθήτω- Γ. Δάρδανος.

ΔΕΠΠΣ (Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών), Παιδαγωγικό Ινστιτούτο , ΦΕΚ 1366/ 18-10-2001, τχ. Β.

ΔΕΠΠΣ (Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών), Παιδαγωγικό Ινστιτούτο , ΦΕΚ 303 και 30413-3-2003, τχ. Β, τόμος Α’ και Β΄.

Delogne, R., (1978), Ανάγνωση πριν από τα έξι χρόνια, (Μτφρ. Βασδέκη, Γ. Α., Δρόσου Θ), Αθήνα: Δίπτυχο.

Dombey, H., Spencer, M.M., (1995), Πρώτη ανάγνωση και γραφή, (Μτφρ. Δεληγιάννη, Μ.,), Αθήνα: Έκφραση.

Κουτσουβάνου, Ε., (2000), Πρώτη Ανάγνωση και Γραφή, Αθήνα: εκδ. Οδυσσέας.

Πανταζής, Σ., Ζάραγκας, Χ., (2006), Ανάγνωση και νοητικές εικόνες- Ψυχοπαιδαγωγική Προσέγγιση, Αθήνα: Ατραπός.

Πόρποδας, Κ., (2002), Η Ανάγνωση, Πάτρα: Πόρποδας.

ΥΠΕΠΘ- Π.Ι. (1991), Βιβλίο δραστηριοτήτων για το Νηπιαγωγείο, ΟΕΔΒ, Αθήνα.

ΥΠΕΠΘ- Π.Ι. (2006), Οδηγός Νηπιαγωγού. Εκπαιδευτικοί Σχεδιασμοί. Δημιουργικά περιβάλλοντα μάθησης, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.